Lina

Συνέντευξη της Λίνας Νικολακοπούλου στον Θανάση Φωτίου.

«Σ’ αυτόν τον τόπο», είπε μια φορά η Ιωάννα Καρυστιάνη, «έλειψε και το ψωμί και η ελευθερία, αλλά το μπερεκέτι των τραγουδιών μας χόρτασε, μας χάιδεψε, μας ζέστανε». Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που κάνανε τα τραγούδια της Νικολακοπούλου, με τα οποία ανατραφήκαμε. Τη συνάντησα πριν λίγες μέρες στην Αθήνα. Αγαπήσατε Ή αγαπηθήκατε πιο πολύ στη ζωή σας; τη ρώτησα. Δεν ξέρω αν κατάφερα ούτε το ένα, ούτε το άλλο, μου απάντησε.

«Μάτια παιδικά. Στο κέντρο ένα σχολείο. Μπροστά ένας δρόμος. Λίγο πιο πέρα μια πλατεία. Με ένα δέντρο. Γύρω από την πλατεία, οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μου. Πολλά βιβλία. Μερικοί πίνακες ζωγραφικής ακουμπισμένοι στους τοίχους. Σίγουρα ένας κινηματογράφος. Λίγο πιο ψηλά, ένα στούντιο ηχογραφήσεων. Κι εγώ. Κάνω βόλτες σ’ αυτό το τοπίο. Πολλές βόλτες. Πολλή ώρα σιωπής. Και κάτω η θάλασσα. Σταθερά. Πάντα η θάλασσα…».

Γκάζι, 27 Ιανουαρίου 2015. Μου περιγράφει τη ζωή της σαν ένα τοπίο. Στο χέρι κρατάει ένα τσιγάρο. Σβηστό. Το παίζει στα δάχτυλά της. Δυόμισι ώρες. Όσο κρατά η κουβέντα  μας. Στον καναπέ ριχτάρια. Στον καθρέφτη ένα σημείωμα απ’ την Αλεξίου – «Λίνα μου,  χρόνια σου πολλά, γεμάτα Άνοιξη…». Μπροστά του, μια λάμπα θυέλλης. Και στο μυαλό μου οι στίχοι «Αγάπη, αλήθεια, θλιμμένη /  Αρχόντισσά μου, πόρτα μυστική / Ποια λάμπα θυέλλης κρυμμένη /  Στο τι θα γίνω μ’ έφερε ως εκεί…».

… Και κάτω η θάλασσα, λοιπόν. Ναι, πάντα εκεί καταφεύγω. Είτε για να γαληνέψω, είτε για να γλιτώσω. Κάθε φορά που χάνω τον προσανατολισμό μου, φέρνω στον νου μου μια θάλασσα. Με ξανακάνει καινούρια. Με ξαναγυρίζει σε πολύ πρωταρχική κατάσταση ονείρου. Όπως τότε, που ως παιδί ονειρευόμουνα μπροστά της…

Και τι ονειρευόσασταν παιδί μπροστά της;  Τον κόσμο που συνέχιζε πέρα από εκεί που χανόταν το καράβι, το οποίο έβλεπα απ’ τα Μέθανα, όπου ήταν το σπίτι μου, να φεύγει από τον Πόρο και να πηγαίνει στον Πειραιά.

Και τι κυνηγήσατε μετέπειτα σ’ αυτόν τον κόσμο; Την καλλιτεχνική μου έκφραση. Και τον πόνο του έρωτα.

Και γιατί κυνηγάει κανείς τον πόνο του έρωτα; Τον πόνο του έρωτα τον κυνηγάει κανείς ανάλογα με το πόσο θέλει να φανερωθεί ένας εαυτός που ζητάει να συνδεθεί. Το άλλο μισό να ρθει να σου ολοκληρώσει ή να σου εξηγήσει αυτό που είσαι. Με λίγα λόγια, πόσο θέλεις να κτυπήσει η καρδιά δυνατά.

Και γιατί τον πόνο και όχι τη χαρά; Γιατί ο έρωτας είναι βάσανο. Είναι πόλεμος. Αν δεν είναι πόλεμος, δεν είναι έρωτας.

Και για ποιο πράγμα  πολεμάμε; Μα για την αγάπη. Για τι άλλο; Στον έρωτα παλεύουν δυο, στην αγάπη οι δύο γίνονται ένα.

Σ’ όλο αυτό που εισπράξαμε από εσάς τι ρόλο έπαιξε ο έρωτας; Της μαγικής διάστασης. Της μέθης που σε κάνει να πεις και να αντέξεις πράγματα που στα λογικά σου δεν μπορείς. Όταν μεθάς γίνεσαι πιο τολμηρός και πιο εύθραυστος.

Εσείς αγαπήσατε ή αγαπηθήκατε πιο πολύ στη ζωή σας; Δεν ξέρω αν κατάφερα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Γιατί το λέτε αυτό; Γιατί είναι πολύ παρεξηγημένο πράγμα η αγάπη. Νομίζουμε ότι επειδή μας αρέσει κάποιος ή επειδή περνάμε καλά, αγαπάμε. Για να φτάσεις όμως να αισθανθείς τι είναι αγάπη πρέπει πρώτα να  διανύσεις μια μεγάλη διαδρομή.

Τι είναι αγάπη, λοιπόν; Καταρχήν η αγάπη δεν είναι προσωπική. Δεν αφορά ένα πρόσωπο. Εκεί είμαστε όλοι καλοί. Σε έλκει, περνάς καλά, τον έχεις ανάγκη τον άλλο… Αγαπάς, λες. Αυτό το κομμάτι είναι εύκολο. Η αγάπη όμως για μένα είναι πολύ πιο πλατύ συναίσθημα. Αφορά όλο τον πλανήτη…

Μου μιλάτε για ένα πιο οικουμενικό συναίσθημα; Δεν είναι οικουμενικό. Είναι αυτό που πρέπει να διατρέχει τη σχέση σου με οτιδήποτε υπάρχει εδώ πάνω. Από την ίδια τη φύση μέχρι τον άνθρωπο που δεν ξέρεις, από το ζώο που θα βρεθεί μπροστά σου μέχρι την ομορφιά του λουλουδιού, συν τις ανθρώπινες σχέσεις, συν αυτό το δραματικά δύσκολο πράγμα που λέγεται συγχώρεση, συν το θάρρος να παραδεχτείς το λάθος σου ή να παραμείνεις  πιστός στα πιστεύω σου χωρίς διάθεση να τιμωρήσεις… Είναι πιο φαρδύ συναίσθημα από αυτό που  θεωρείς κλεισμένο σε κάποια σπίτια, σε δωμάτια, σε καδράκια φωτογραφιών και sms. Καταλαβαίνετε;

Προσπαθώ. Για να απαντήσω, όμως, στο αρχικό ερώτημά σας, αισθάνομαι πως κάποιους από τους συνοδοιπόρους τους έχω αγαπήσει πολύ. Το μετράω από τη σοβαρότητα που έχει η θέση τους στην καρδιά μου. Όσον αφορά τον κόσμο, έχω την επίγνωση πως υπάρχει πολλή ευγένεια από τους ανθρώπους όταν μου μιλάνε. Και ευχαριστία για όσα έχω δώσει.

Απ’ τις σχέσεις σας πήρατε όσα δώσατε; Άλλα έδωσα και άλλα πήρα. Πιστεύω ότι υπάρχει μια ισορροπία. Και παρόλο που εμένα η φιλοσοφία μου δεν έχει τόσο προσκήνιο, έχω μια ησυχία μέσα μου – ψύχραιμα θα το πω, γιατί δεν ξέρω αν έχω και την όρεξη να τα ζυγίσω αυτά – πως πολλά πράγματα πρόλαβα και τα έκανα. Και πιστεύω πως μέτρησα στους ανθρώπους. Θα είναι πολύ δύσκολο να παραστήσουν πως δεν ξέρουν πόσο μέτρησα. Υπάρχει και μια συνέπεια στη στάση μου, που δεν επιτρέπει εύκολα να με αποκαθηλώσουν. Αυτό είναι πολύτιμο, ξέρετε. Είτε ταιριάζεις, είτε δεν ταιριάζεις, είτε σταματήσεις να κάνεις παρέα με τον άλλο, είναι σημαντικό να υπάρχει ένα βάρος, μια ποιότητα.

Αυτό που είπατε σ’ ένα στίχο σας, «μια ζωή τα χελιδόνια στην καρδιά μου χτίζανε φωλιά», ίσχυσε; Ξέρετε, πολλές φορές είναι θέμα ρομαντισμού. Είμαι πολύ πιο δυνατή από αυτά που γράφω. Ευτυχώς. Ακόμα κι αυτό όμως, το να αισθανθείς πως ήρθανε τα χελιδόνια, φτιάξανε στην καρδιά φωλιά και όταν ήρθε η άνοιξη φύγανε, και πάλι πολύτιμο είναι. Και που ήρθανε και που κάνανε φωλιά. Το να επιτρέπεις πολλές φορές στον εαυτό σου να είναι ευπαθής, να ζήσει λίγη μαγεία κι ας μην είναι ντε και καλά έπος ερωτικό, δεν είναι κακό.

Είπατε ποτέ μέσα από τα τραγούδια σας κάτι σε κάποιον που δεν τολμούσατε ή δεν προλάβατε να πείτε κατ’ ιδίαν; Ελάχιστες φορές. Και όχι πολύ βαθιά πράγματα. Σχεδόν χαριτωμένα. Είχα τη χάρη να έχω καταφέρει να πω αυτά που ήθελα να πω. Και όσα δεν είπα στην ώρα τους, βρήκα κάποια στιγμή το κουράγιο και τα είπα. Αν συνέβη μια φορά αυτό, να επικοινωνήσω δηλαδή κάτι τόσο ουσιώδες μέσα από ένα τραγούδι, ήταν όταν έγραψα το «Μαμά γερνάω», όσο ζούσε η μητέρα μου. Της αποκαλύφτηκε μια πλευρά μου η οποία είχε τραγικότητα και της δόθηκε εν ζωή να το αντικρίσει.

Κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε, αλήθεια, αυτό το τραγούδι; Μου το είχε ζητήσει η Τσανακλίδου όταν έχασε τη μητέρα της. Αυτό ήταν το έναυσμα να βγάλω εγώ από μέσα μου αυτά τα συναισθήματα. Ήταν μια τομή σ’ αυτή την ιερή σχέση παιδιού και μάνας, που απαιτούσε πολύ θάρρος. Κι από εμένα, κι απ’ όσους το άκουσαν, κι από τη μητέρα μου που το μοιράστηκα.

Ποιο τραγούδι σας της άρεσε περισσότερο; Δεν έχω τέτοια ανάμνηση. Του πατέρα μου, θυμάμαι, του άρεσε το «Είμαστε ακόμα ζωντανοί». Η μητέρα μου κοίταζε κυρίως το πόσο τέχνη είχανε τα λόγια μου.

Μιλήστε μου γι’ αυτούς. Η μάνα μου ήταν πολύ ευγενικός άνθρωπος, καλλιεργημένος, σοβαρή και κομψή γυναίκα. Είχε γούστο. Ο πατέρας μου ήταν πειθαρχημένος, ως στρατιωτικός που ήταν, όχι όμως σκληρός. Άνθρωπος της ευθύνης και του προγράμματος. Την ίδια ώρα ευχαριστιόταν πολύ με την τεχνολογία. Ό,τι καινούριο έβγαινε ήθελε να το πάρουμε, να το ψάξει – ήταν ανοιχτόμυαλος.

Σε ποιον είχατε αδυναμία; Στη μάνα μου. Υπήρχε φυσική ροή συναισθήματος. Τον πατέρα μου ήθελα να τον κάνω να αισθανθεί καλά. Να είμαι φρόνιμη, να τον βγάλω ασπροπρόσωπο… Και την ίδια ώρα να του δείξω το άλλο πρόσωπο της ζωής, πως το να είσαι δηλαδή λίγο τρελός δεν είναι κακό, πως αν βγεις λίγο από τις ράγες δεν πρόκειται να χαθείς. Γιατί είχε αυτόν τον φόβο…

Η μητέρα δεν τον είχε αυτόν τον φόβο; Όχι. Και να τον είχε, εμένα δεν με έπνιξε. Κι όταν κατάλαβε ότι είχα τρέλα με τη μουσική και τα τραγούδια, έκανε ό,τι μπορούσε για να με βοηθήσει.

Αυτό το «άσε με μάνα» που λέτε στα «Σπίτια», το είπατε στην εφηβεία σας; Βεβαίως και το είπα. Γιατί κι εγώ ήθελα να κάνω τα δικά μου, να βγω έξω και να γυρίσω αργά.

Αυτό το κλείσιμο των παραθύρων που κάνατε στην εφηβεία σας, η εσωστρέφεια, είχε μόνο κέρδος ή μέτρησε και απώλειες; Έτσι κι αλλιώς απώλεια είναι το τέλος της παιδικής ηλικίας και η μετάβαση στην εφηβεία. Η εφηβεία είναι στρίμωγμα. Και τέντωμα. Πονάς. Συνειδητοποιείς ότι το ανέμελο έχει τελειώσει. Είναι σαν να κάνεις το στρατιωτικό σου. Αισθάνεσαι περιορισμένος. Και γίνονται φόρτωμα οι συγγενείς και οι οικογενειακές συνάξεις. Όλο αυτό σε πνίγει. Γιατί εσύ θες να ψάξεις μέσα σου, να σχηματίσεις τον εαυτό σου και να ετοιμαστείς να δώσεις τη μάχη προς τα έξω σύμφωνα μ’ αυτό που προστάζει η καρδιά σου… Η ζωή έτσι κι αλλιώς είναι μια σκυταλοδρομία απώλειας.

Διαβάστε την συνέχεια